Κάτι θαλασσινό κράτησα εχθές το βράδυ με άρωμα Νικουριανής και το στρίμωξα στην χούφτα μου. Είχε αφεθεί στα μάτια μου, κρυμμένο σχεδόν ένα χρόνο. Το φρόντισα και τ’άφησα στο λευκό του νιπτήρα για να βουτώ μέσα του κάθε που θα βρίσκεται εμπρός μου.
Θα ήθελα να είναι η αρχή της μέρας μου και το χαμόγελο της μορφή σου.
Η εικόνα του καλοκαιριού σε πρώτο πλάνο…
Εχθές ο αέρας στάθηκε έξω από το σπίτι κοιτώντας κλεφτά μέσα και ψάχνοντας κάποιον να του ανοίξει. Μα του στάθηκα εμπόδιο. Έμεινα ερμητικά κλεισμένος λές και φοβόμουν κάτι. Είχα μια ανησυχία που παραμένει μέσα μου και σήμερα.
Τι κι αν στρώσαμε μια κουρελού μπροστά απ’το πήλινο σκεύος της γιαγιάς. Τι κι αν παίρνει σχήμα ο πάνω χώρος. Κάτι με καίει. Κάτι με ανησυχεί.
Αυτές οι Κυριακές με χτυπούν καθώς μένω μόνος. Το σπίτι γίνεται τεράστιο για εμένα μόνο και το κρεβάτι δεν με χωρά.
Ένα φώς κρατώ αναμμένο να μου συντροφιά, μιας και το φεγγάρι άργησε να φανεί, ενώ σήμερα ξέχασε να κρυφθεί…το βλέπω στο δρόμο για το γραφείο…