15.9.09

Σαν του αετού το πέταγμα η σκέψη.
Ελεύθερη.
Από ψηλά κοιτά. Σε κάποιο βράχο στέκει και το βλέμμα συχνά πέφτει σε βήματα της παρθένας γής. Σε εδάφη που άνθρωπος δεν περπατά και μόνο φτερωτά ίχνη φτιάχνουν στον αέρα σχήματα πλανητών και αστέρων* γειτονιές ολόκληρες…


Ένα στυλό με μπλε μελάνι χοροπηδά σήμερα εμπρός μου. Σαν να ζητά ενα χέρι να του δώσει το έναυσμα για δημιουργία… έναν αφέτη.
Ένα στυλό που χρόνια τώρα στέκει απόμερα και κοιτά σιωπηλό. Ζηλεύει λες, τα μολύβια και τα χρώματα τους που έχουν τον πρωταγωνιστικό ρόλο στα ριζόχαρτα του λευκού γραφείου.
Μου αρέσουν τα μελάνια να είναι ελεύθερα κι αυτά. Να βουτώ μέσα τους ζωή από ξύλο και να πλατσουρίζω πένες σκαλιστές με μεράκι καμωμένες. Να έχουν ροή ποταμού και γραφή ζωγραφιστή. Ν’αφήνουν το σώμα να κυλά ελαφρά και οι γραμμές να ζωντανεύουν στην ματιά. Να μπερδεύονται μεταξύ τους. Να φτιάχνουν τις δικές τους ιστορίες στο χαρτί, γεφύρια για να περνούν από το προηγούμενο φρέσκο, σχήματα φωλιές και να γεννιούνται εικόνες.

Κάποτε το χέρι κρατούσε το μελάνι. Τραβούσε γραμμές στατικές που σχημάτιζαν σκιές. Έπειτα ο γραφίτης φάνηκε ιδανικότερος. Όχι γιατί διορθώνεις αλλά για την λυγεράδα των γραμμών και τον ήχο της περπατησιάς του.
Προτιμώ στα δάκτυλα να μπλέκω την ξύλινη γραφίδα και να χαράζω λόγια σε χάρτινα όνειρα…