Παρασκευή έξι και κάτι το απόγευμα
Απο το πρωί η ατμόσφαιρα θολή.
Σκόνη παντού και αέρας.
Διόλου όμορφο σκηνικό.
Κινείται με το αμάξι. Αλλάζει εικόνες, κάνει χιλιόμετρα, μα το σκηνικό πανομοιότυπο. Φθάνει στην θάλασσα και ο ορίζοντας χαμένος κι αυτός μές'την σκόνη της Αφρικής. Ελαφρύ κυμματάκι χτυπά την παραλία, ενώ, όσο μπορεί να δεί στο βάθος, τα πράγματα αγριεύουν.
Πηγαίνει σπίτι. Ο αέρας έχει τον ασταμάτητο. Λυσσομανά. Ακούει βουητό. Στα εκατό μέτρα η συστάδα των πέυκων κάνει το δικό της χορό και τραγουδά στους ρυθμούς του ανέμου.
Τι ομορφιά σκέπτεται. Στέκει και χαζέυει για λίγο το τοπίο, ώσπου τον αποσπά η μελωδία του τηλεφώνου...
Μπαίνει στο σπίτι και ανοίγει το ραδιόφωνο για συντροφιά. Ανάβει το αρωματικό που του’χει χάρισει. Μια αγκαλιά ξύλα για το τζάκι θα βοηθήσει την μοναξιά αυτής της Παρασκευής. Πρίν ακόμα ανάψει την φωτιά ένα στιγμιαίο φώς περνά απ’τα παράθυρα. Αστράφτει σκέπτεται και πρίν προλάβει να γυρίσει προς τα έξω, να και οι βροντές. Δεν χρειάσθηκε πολύ για να ξεκινήσει η βροχή. Μια βροχή δυνατή που ήρθε να συμπληρώσει την ομορφιά μες την μουντή ημέρα.
Ανάβει το τζάκι και η φωτιά άρχιζει πολύ γρήγορα να κάνει και αυτή το δικό της χορό.
Κάθεται...
Για λίγη ώρα νερό, αέρας και φωτιά συναγωνίζονταν μεταξύ τους για την εδραίωση της δύναμής τους στον χώρο.
Στ’αυτιά του ήχοι της φύσης μόνο.
Θα ήθελα, ξέρεις, να ήσουν εδώ...
Σάββατο έξι και μίση
Κάθησε να γράψει λίγο.
Μόνος απο το πρωί για να τελειώσει μια δουλίτσα που είχε.
Πρίν λίγο τελικά άναψε το τζάκι και τον πήρε πάλι μαζί του για λίγη ώρα.
Βάζει μουσική δική της. Απο τα ηχεία ακούγεται η θάλασσα και κάποια πουλιά. Αφήνει την σκέψη να ταξιδέψει. Δυναμώνει τον ήχο. Φαντάζεται διάφορα. Θυμάται διάφορα.
Εικόνες στον νού. Εικόνες της ζωής του. Εικόνες δικές της.
Οι μέρες πλησιάζουν. Η λέξη άφιξη που έγραψε τριγυρνά συνεχώς μέσα του...
Μια ματιά του ξεφεύγει πρός το παράθυρο. Έχει αρχίσει να νυχτώνει. Σύννεφα σκεπάζουν μεγάλο μέρος του ουρανού. Βαριά. Σκοτεινά. Ας βρέξει, σκέπτεται, να σ’έχω δίπλα μου και απο τα ηχεία βγαίνει ο ήχος της βροχής....!!!
Αναπάντεχο...
Ανατρίχιασε...
Της μίλησε... τον άκουσε ?
Σταματά.
Κάθεται στο τζάκι μπροστά και σκαλίζει την φωτιά. Μεγάλη παρέα στην μοναξιά. .
…δεν άργησε να βρέξει.
Θα ήθελα, ξέρεις, να ήσουν εδώ...
Kι έτσι λοιπόν την καληνύχτησε...
Με μια ιστορία.
Με μια ιστορία γνωστή στον έρωτα.
Κι εκείνη του χάρισε το δάκρυ της για να τον φυλά όλη την νύχτα.
Σήμερα σ'ένιωσα πάνω μου...