Εφύτευα τη νύχτα μια ευχή
μήπως και ζήσει ως το πρωί
μα κάπου στη νυχτιά χάνονταν τα θέλω της
και την αυγή ξυπνούσα φωνάζοντάς τη.
Κράτησα το καλοκαίρι μακριά της για να βρεί ζωή σε μεγαλύτερες νύχτες’
στο φθινόπωρο
Και σαν έφτασε αυτό δεν βρίσκω σκοτάδι ν’αποθέσω την ευχή.
Στις χαραυγές ξεχνιέμαι με το γαλάζιο συντροφιά
και ο ύπνος με βρίσκει εκεί,
στα κύματα απάνω…
Παυλίδης - Σύννεφα