Είχα ξεχάσει πια ότι έψαχνα να βρώ κάποια πατρίδα, ώσπου σε είδα...
Σαν να μην είχες δεί ποτέ σου ναυαγό...
8.5.11
Πνιγμένοι άγγελοι κοιμούνται στους βυθούς μα οι ουρανοί είναι γεμάτοι με ναυάγια...
ξύπνα τους έρωτες που έχεις μυστικούς μ' ένα σου νόημα λύσε όλα μου τα μάγια.
5.5.11
άφησες πίσω το πανωφόρι σου και να ξέρεις πως εδώ φυσά και η θερμοκρασία δεν λέει να ανέβει κι ας έχει μπεί ο Μάης και μουρμουρώ για τον καιρό αλλά ειναι το σημάδι που'χεις αφήσει ενώ εσύ περπατάς σε πόλη αγαπημένη και σε βρόχινα νερά ονειρεμένα και χαίρομαι για την χαρά σου, ευτυχώ για το χαμογελό σου, καθώς η σκέψη μου γυρνά στο πρόσωπό σου και λαχταρώ το ποθητό φιλί σου και ποθώ το μουσκεμένο στήθος, το άγγιγμα του κορμιού σου, την επαφή των βλεφάρων μας...
4.5.11
ανοιξιάτικη βροχούλα...
3.5.11
όλο και πιο λίγοι απ'τα παλιά μας χρόνια, απ'το μεγάλωμά μας, απ'την ασπρόμαυρη Σαββατόβραδη ζωή μας, απο ανθρώπους αγνούς, αληθινούς, τρυφερούς και γνήσιους.
Μου θυμίζεις πολλά. Τόσα πολλά... μια ζωή ολάκερη... κι εσύ και ο φίλος σου ο Ευγένιος............ Μορφές εξαίρετες... ...οι παππούδες μας...
2.5.11
Σήμερα έλειψες. ...απο νωρίς.
Να θυμάσαι. Σ'αγαπώ. Να περνάς καλά εύχομαι. Να ευχαριστιέσαι την κάθε στιγμή.
Παρατηρούσα τους ανθρώπους στην αγορά. Δεν είχαν αυτό το δήθεν και το τάχα μου στο πρόσωπό τους, στο περπάτημα και στο βλέμμα τους, αυτό που συνάντησα στο πανηγύρι της Παρασκευής ! Δυο κόσμοι αντίθετοι στην ίδια πόλη. Μόνο τους εμπόρους έβλεπες, με το πονηρό δαιμόνιο στο μάτι τους, που'χουν φάει με το κουτάλι το κάθε καρυδιάς καρύδι. Έπινα καφέ παρατηρώντας εκείνο το κόσμο και την πραμάτεια των μαγαζιών του σ'ένα καφενείο απο αυτά με τα τσίγγινα τραπεζάκια και τις ξύλινες καρέκλες. Απέναντί μου κάποιο παζάρι γυαλιών μ'έναν πλανώδιο και δυο κοπέλες μου απόσπασε τη προσοχή. "Άσπρα έχω. Αυτά. Ήταν παραγγελία απο κάποιον άλλον, άλλα αν τα θές εσύ πάρτα, ειναι ρέιμπαν, πολύ καλά με καλούς φακούς. Τι τα κοιτάς? Το φακό δές...δές... πάρε τα μάυρα, θα σου πηγαίνουν, εισαι μελαχροινή... έχω και λακόστ... σε κολόνια..." Ααα ξέχασα να πώ ότι μαζί με το καφέ παρήγγειλα κι ένα τόστ, μικτό το είπε, με κασέρι και σαλάμι ή κατ'εμέ ενα σάντουιτς ψημμένο με τυρί, ζαμπόν...! Κάποιοι φωτογράφιζαν την κίνηση και τις εικόνες του δρόμου με το συνεχόμενο αλισβερίσι και τις συνεχόμενες φωνές του μανάβη "αϊσέ απο την Πελοπόννησο" Τέτοιες εικόνες βρίσκεις παντού, σε κάθε πόλη. Κάθε πόλη έχει την αγορά της, αρκεί να μη μένεις σ'εκείνα τα μεγάλα πολυκαταστήματα και τους δήθεν λαμπερούς δρόμους αυτής. Μάζεψα εικόνες... Θα ξαναπεράσω
Σάββατο 30 Απρίλη
27.4.11
Τελευταία κάτι γίνεται. Μια ανωμαλία σπρώχνει τ'άκρα στη μέση του κόσμου. Μια ένταση στο εσωτερικό της γής και μια προσπάθεια απόδρασης στη θάλασσα της μοναξιάς απ'όλους. Θαρρείς πως όλα τα καλά συμμάχησαν για να μας κουράσουν και να μας δοκιμάσουν. Θαρρείς πως οι προσπάθειες ζωής ρούφηξαν ανάσες απ'την ανάσα μας και στερηθήκαμε πνοές, κομμάτια απ'την αγάπη μας και τσιγκουνευόμαστε την εναπομείνουσα, ώρες απο τον χρόνο μας και δεν περίσσεψε για εμάς... Τελευταία δεν μ'αρέσει... κάτι γίνεται. Θέλω μια βάπτιση στο νερό. Να βυθιστώ και να βγώ με μια νέα ζωή, χαρωπή και αθώα και με σένα να συνεχίζεις να μου κρατάς συντροφιά. Να σταματήσει ο πόλεμος σκέψεων και διαμφισβήτησης που κυβερνά το κόσμο ετούτο και να μπώ σ'έναν άλλο "εγνωσμένο" και αναμφίβολο που θα μου χαρίζει ηρεμία και πίστη. Θυμίζει σβησμένο ηφαίστειο. Παρακαλάς να μη βρεθείς στο διάβα της ανασαιμιάς του. Ετσι κι εγώ. Κρατάς σφιχτά δεμένη την πληγή και παρακαλάς να κλείσει. Κοιτώ την διαδρομή προσπαθώντας να προσπεράσω τ'άσχημα κι σκοτεινά εκείνα μονοπάτια που οδηγούν στο αδιέξοδο και σταματώ σε όμορφα τοπία καμωμένα απο σένα κι απο μένα. Φοβάμαι όμως. Φοβάμαι ακόμα και να σκέπτομαι. Οι σκέψεις μου, ώρες γίνονται σκληρές κι απάνθρωπες. Πονηρές και καταχθόνιες. Τρυπούν το κρανίο βάζοντας σε κίνδυνο κάθε κύτταρο του νού απο την σαπίλα παλιάς χωματερής. Ζητώ λέξεις καθαγιασμένες ανάμεσα στις τόσες. Θέλω να βρίσκω πολλές. Πάρα πολλές έτσι ώστε να μην αφήνω κάποιες άλλες να καταφέρνουν την διάτρηση των σκέψεων. Ζητώ επίμονα βοήθεια κι απο εσένα. Θέλω να με κρατήσεις δυνατό, να μείνουν πίσω πλάνες και να βρεθεί μπροστά μας το φρόνιμο και το αγνό της αγκαλιάς μιας Παρασκευής και ενός μηνύματος που ανέτρεψε τα γεγονότα του Μαίου.
Σήμερα πρόσεξα τα κενά. Εικοσιτέσσερεις Γενάρη ήταν η τελευταία σου φωτό. Σα να'βαλες στοίχημα πως όντως θα ειναι η τελευταία...
26.4.11
Απ'τις πιο βαρετές πασχαλινές ημέρες
ever
24.4.11
Νυστάζω... Δεν θέλω να κοιμηθώ. Όχι ακόμα τουλάχιστον. Λίγη ώρα μετά την ώρα της Ανάστασης κι έχω συντροφιά εμένα και την φωνή σου στο μακρυά της πόλης. Στο πουθενά της βραδιάς. Στο λίγο της ανάσας σου. Στα μάτια που λείπουν. Στο άγγιγμα του προσώπου σου. Στο σ'αγαπώ που νιώθω. Στο κορμί που πόθησα... Κλείνουν τα μάτια και η μορφή παίρνει υπόσταση. Απλώνω το χέρι. Σ'αγγίζω. Χαιδέυω το πρόσωπό σου. Φιλώ τα χείλη σου. Με πάθος. Ασταμάτητα. Δεν θέλω να χάσω σπιθαμή του προσώπου σου... και του κορμιού σου...
Καληνύχτα μικρό μου. Σε λίγες ώρες ξημερώνει. Θα σμίξουμε ...
Ανάρτηση με τον ίδιο τίτλο, νούμερο εκατόν πενήντα φεύγα και κάτι. Κι εγώ δηλαδή πότε θα χυθώ στο νερό ? Πάσχα με την θερμοκρασία κάπου στο +10 ?
Ουρανός και διάθεση κάπως περίεργη. Ουρανός Μεγάλης Δευτέρας. Διάθεση Μεγάλης εβδομάδας. Λίγο πριν το Πάσχα και χειμώνιασε ξανά. Λίγο πριν την έναρξη της εβδομάδας και η φυγή του ανθρώπου, το "R" της Θεσσαλονίκης και το γνήσιο των ακουσμάτων μας, επηρέασε αρκετά τον αέρα μου απο εχθές. Λίγο η χθεσινή μεσημεριανή βαβούρα, λίγο η βραδυνή θέαση, λίγο τα συνεχόμενα ακούσματα στο ραδιόφωνο των τραγουδιών του, λίγο η συννεφιά, κατάφεραν να θέλει να φύγει μακριά από τα καθημερινά, νους και σώμα. Και καλά το σώμα το κρατάς, το αλυσοδένεις, το καρφώνεις στη καρέκλα, κάτι το κανεις. Το νου ? ε ? Λίγο μόνο το πρωινό μήτινγκ –εξελληνιστεί το meeting...!- του γραφείου με σταμάτησε από τούτες εδώ τις σκέψεις, άλλα ως εκεί. Στη συνέχεια ανοίγεις ραδιόφωνο... αφιερώματα παντού. Μα παντού. Και συνέχεια. Μα συνέχεια. “Μικροί σαν είμασταν μαζεύαμε χρήματα, τα δίναμε στον Σαββόπουλο να πάει σινεμά να δεί ενα έργο κι έπειτα να ρθεί να μας το διηγηθεί. Όταν κάποτε καταφέρναμε να δούμε αυτές τις ταινίες σε πληροφορώ ότι ωχριούσανε μπροστά στις διηγήσεις του Διονύση...” Νίκος Πάπάζογλου. Δεν είναι κάτι ενδεικτικό γι’αυτόν τον άνθρωπο. Απλά σκέφθηκα πόσο λείπουν οι άγνωστες εικόνες από το σημερινό κόσμο. Πόσα απ’αυτά υπάρχουν και μας κάνουν να ονειροπολούμε ? Πόσα παραμύθια και πόσες λέξεις καθημερινά μας ταξιδεύουν ? Αν δεν συχνά στοχάζεσαι, πρέπει να ερωτευθείς για να’σαι ο τυχερός.
Και τώρα ποιος θα κλείνει τις συναυλίες του Σεπτεμβρίου στον Λυκαβηττό ?
12:00
17.4.11
Μα ήθελες τόσο να του το ζητήσεις...
13.4.11
Εχω μέσα μου τόσα μα ταυτόχρονα υπάρχει κενό. Σκέπτομαι τόσα και τίποτα μαζί. Όλα καλά και σκατά μαζί, όπως μου έλεγες. Θέλω να αποτυπώσω τόσα μα τίποτα δεν λερώνει το χαρτί ούτε γεμίζει σκουπίδια το λευκό της οθόνης. Λέω, πρέπει να περνάμε τόσες προσωπικές δοκιμασίες για τα όμορφα ? Για να 'μαστε ταπεινοί μπρός στην ζωή ? Για να μη σταματούμε τον αγώνα ? Ok, λέω. Και να ρωτήσω κάτι ακόμα. Επιλεκτικά γίνεται ή ειναι το αντίτιμο κάποιας πληγής που κρύβεται τόσο ώστε να ψάχνεις ατέλειωτες ώρες, χρόνια, αιώνες ? Υπάρχουν στιγμές που νιώθεις πως δεν μπορείς να δώσεις αυτο που θές, πως δεν κάνεις κάποιον τόσο ευτυχισμένο όσο θές και ότι χρωστάς ακόμα πολλά δίχως όμως να γνωρίζεις πότε θα δώσεις τις οφειλές σου. Αυτα έχω. Αυτά κι άλλα πολλά που δεν καταγράφονται εύκολα, στριφογυρίζουν γύρω μου, μέσα μου, με πλακώνουν, μου ρουφούν την ενέργεια, μου βάζουν τρικλοποδιά για να μη περπατώ, να μένω άσ... άσκεφτος, πως το λένε αστόχαστος, αυτό. .............................. και όχι ρε πούστη μου δεν είσαι καθόλου μικρή μα καθόλου. Έχεις μια τεράστια καρδιά μια τεράστια ψυχή...γι'αυτό σ'αγαπώ.
10.4.11
Είμ' επισκέπτης σ' έναν κόσμο απροσκάλεστος άπληστος,περίεργος κι αόρατος συνάμα. Μια περιουσία από όνειρα, μια άβυσσος, παλιά ιστορία Ήρθα με τα δώρα μου αντάμα. Σ' ένα λιβάδι άσπρα άλογα τη χαίτη τους τινάζουν Κοίτα και πες μου αν έχεις δει ποτέ σου κάτι ομορφότερο απ' αυτό Σ' ένα ρεφρέν των τραγουδιών μου θα τα κλείσω κι ας καλπάζουν πριν κάποιοι τα προλάβουνε γιατί σκοτώνουν τ' άλογα, μωρό μου, όταν γεράσουν. Μήπως θυμάσαι πότε σε πρωτοσυνάντησα πρώτη ματιά, πρώτο φιλί και πρώτο χάδι Να μάθεις ήθελες για μένα,δεν απάντησα μα βρήκες ο,τι είχα κρύψει στα σκοτάδι. Δε με πειράζει αν δε με κάλεσαν στο πάρτι τους δεν ήρθα εδώ νια να χαλάσω τη γιορτή τους θα χαραμίσω δυο ζεϊμπέκικα για πάρτη τους κι ώρα καλή τους. Γι' αυτό σου λέω να θυμάσαι τα παιχνίδια σου τα παιδικά τραγούδια, τις εικόνες, το άρωμα τους το άσπρο φόρεμα που κέντησε η μάνα σου και τα χεράκια σου στα χέρια του μπαμπά σου. ΚΟΙΤΑ...
5.3.11
Μικρά ακούσματα.
Τριγμοί ξύλων ειναι απ'την εστία.
Η σκέψη κουλουριασμένη μέσα μου δίχως βίαιες κινήσεις, απαλά, στέκει σ'Εκείνη. Στον έρωτα τον πρωινό και στο μειδίαμά της κάθε που διάβαζε μια στάλα απο κείνο το βιβλίο. Μια ηρεμία σε κυριαρχεί τούτες της μέρες, λέω. Το είδα στα μάτια σου στα λόγια και το κορμί σου. Μια γέννηση ετοιμάζεις, μια νέα φλόγα μέσα σου και όλα δείχνουν τόσο αρμονικά. Ταιριάζεις με την φύση, σήμερα.
Κάποιοι τον έρωτα αφουγκράστηκαν επίμονα μέσα σε στίχους ποιητών και σε βιβλία μα ό,τι κατάφεραν ν' ακούσουν μόνο ήτανε μία παράξενη ηχώ, μια ιστορία. Άλλοι τον ξόρκισαν σα δαίμονα, σα φάντασμα και τον εξόρισαν στα βάθη της αβύσσου ώσπου στο τέλος ευτυχείς αναληφθήκανε αφού στεγνώσανε στον κόσμο την ψυχή τους. Κάποιοι του χάρισαν μορφή ενός παράφρονα που κατασπάραζε τις σάρκες τους με βία και ηδονικά μες στο μυαλό τους στριφογύριζε μια ακατάληπτη κραυγή, μια μελωδία. Άλλοι στο πάθος του υπέκυψαν περήφανα αφού κολύμπησαν στη νάρκη του και μόνο όμως τη στέρησή του ακριβά πληρώσανε κάθε που ξύπναγαν σφαδάζοντας με πόνο. Κάποιοι περπάτησαν στη έρημο και δίψασαν και καθώς έσκυψαν να πιουν απ' τα νερά του είδαν το σώμα τους απ' τη δροσιά να καίγεται κι άλλοτε πάλι να παγώνει απ' τη φωτιά του. Κι εγώ που απόψε τα δάχτυλά μου έσυρα πάνω σε τραύματα που άντεξαν στο χρόνο μέσα σε σκέψεις σκοτεινές νιώθω να πνίγομα
γι' αυτό στην πλάνη του βουτώ για οξυγόνο.
28.2.11
Τελευταία του μήνα η σημερινή και κοντά στο μεσημέρι ένιωσα μια, άνευ λόγου, χαζή αγωνία περιμένοντας ν'ακούσω κάτι απο καιρό γνωστό.
Δεν είχα να νιώσω κάτι διαφορετικό γι'αυτό το θέμα στο πέρασμα της μέρας...
...εσύ και ο κόσμος γύρω μου. Κόσμος με την ευρύτερη έννοια. Οχι μόνο οι ανθρώποι αλλά η φύση όλη. Η γή και ο ουρανός. Η θάλασσα κι εσύ. Συχνά περπατάς στα ονειρά μου. Συχνά χαϊδεύεις την ύπαρξή μου σ'αυτά. Θαρρεί κανείς πως δεν σ'έχω την ημέρα. Πως λείπεις απο κοντά μου. Πως σε αναζητώ συνεχώς. Σήμερα το πρωί με ξύπνησες ενώ σ'είχα στ'ονειρό μου και σου μιλούσα. Κάποια συζήτηση αφήσαμε γιατί το τηλεφώνημά σου μ'έφερε στον ξύπνιο μου και στην έναρξη της ημέρας μου. Σε άκουσα όμως και την χαρά μου πήρα αγκαλιά. Για κάποιο λόγο άφησα το κινητό μου σε σημείο που βρήκε σήμα και σε περίμενα ξανά κι ας ήξερα πως δεν θα μ'επερνες εκεί...! Πηγή έμπνευσης διάβασα κάπου ο έρωτας. Άλλοτε, συνεχίζω εγώ, κάποιος χαμένος, άλλοτε νέος, ίσως άλλοτε κάποιος απραγματοποίητος, ή κάποιος που προσπάθησε μάταια να ζήσει σε δυο κορμιά, άλλοτε πάλι κάποιος που έχει κολλήσει πάνω σ'αυτά χρόνια, δίχως κούραση, δίχως μαρασμό. Χμμμ μου θυμίζει κάτι ? Κάτι γνώριμο ? Γιατί όχι λέω ? Εξάλλου το ίδιο λές κι εσύ. Σχεδόν βράδιασε έξω μ'ακόμα βλέπω την συννεφιά του ουρανού απο τις ανοικτές πόρτες του σπιτιού. Μια συννεφιά που όμως δεν λέει να βρέξει. Ενίοτε στάλες ξεχασμένες έρχονται εδώ στα χαμηλά, ίσα για να μου θυμίσει την ύπαρξη της Βροχούλας. Εκείνης που κάποτε δεν ήξερα τ'όνομά της και μια μορφή τριγύριζε στο μυαλό. Αερικό. Αυτό. Δεν σταμάτησα να σε βλέπω έτσι, ακόμα κι ύστερα απο τόσες ημέρες. Ημέρες ? Γιατί όχι χρόνια ? Γιατί στις ημέρες δίνεις ονόματα, στα χρόνια όχι. Ύστερα κιόλας, κάθε 365 ημέρες αναφέρεσαι στο πέρας αυτών, ενώ με τις ημέρες μπορείς, τουλάχιστον κάθε 24 ώρες, να κάνεις μια νέα αρχή. Άλλωστε οι ημέρες φαίνονται τόσες πολλές που δίνουν άλλη διάσταση στην σχέση μας. Φιλοσοφημένο αυτό. Ακου που σου λέω... και ξαφνικά μια εικόνα ήρθε και σκάλωσε πάνω απ'το κεφάλι μου σε μορφή σύννεφου, όπως στα κόμιξ.. Μια παντόφλα λοιπόν, να προσγειώνεται σ'αυτό με την πρόφαση της ανωτέρω μπαρούφας... Ok σταματώ. Εξω σκοτείνιασε πια για τα καλά. Ευτυχώς σήμερα μια βόλτα στην θάλασσα ήρθε και αναζωογόνησε το ειναι μου. Όπως πάντα βέβαια. Ίαση στην ψυχή τούτο το απέραντο της γής. Η ομορφιά του ακόμα και τον χειμώνα παραμένει ίδια. Κάποτε έλεγα, ήθελα ανάμεσα σε τόσα άλλα που συχνά θέλει ο άνθρωπος, ήθελα λοιπόν να γίνω ναυτικός. Δεν το προσπάθησα κάν. Απλά ήθελα... Τα ταξίδια μείναν μόνο για τόπους κοντινούς όπου τα πλοία της γραμμής ανέλαβαν να μου προσφέρουν λίγες ώρες προσομοίωσης. Ευτυχώς έχω γνωρίσει την θάλασσα σε όλες τις εποχές του χρόνου. Σε πλήρη νηνεμία άλλα και στην άγρια μορφή της. Μη φανταστείς τίποτα ωκεανούς. Για Αιγαίο πέλαγος μιλώ. Απο εδω μου φαίνεται μακρυά για να το περπατήσω. Εικόνες απο Άνδρο, Αστυπάλαια, Σύμη, κάθε μια με το δικά της χρώματα και διαφορετικές μνήμες. Ακόμα και αυτή η Κάρπαθος έχει το δικό της χώρο μέσα μου...
...για ιδέστε όλοι, δέστε και μένα άλλο δεν ζητώ που'χω στους ώμους φτερά σπασμένα και ακροβατώ...
αυτές τις λέξεις διαμόρφωσαν τα δάκτυλά μου στην πρώτη αφή των πλήκτρων...
Αυτή η ησυχία, οι λέξεις μα και αυτο το λαούτο...
Στου δρά έ στου δράκου την καμπούρα πάνω στης ράχης το φτερό στ' άγρια τα κάστρα πολεμάω κι έτσι τους χρόνους μου μετρώ
Εικόνες...
Δυο ξύλα που σιγοκαίν, κάτι παξιμάδια με λάδι, κατίκι και ρίγανη στο πιάτο, το ψαράκι -εκείνο που σου'χα πάρει εγώ- που βρήκε την ημέρα να ξαπλώσει , λίγο ρακόμελο που 'χει μείνει, κάποιος ν'αναρωτιέται ποιο το χρώμα της αγάπης, άλλος ν'ανατρέπει την χαρά της ημέρας, άλλος να περπατά σε άγνωστα σοκάκια... ένα ξύλο να σπάει στην ζέστα της φλόγας, κάποιος άλλος να τα πίνει με φίλους, άλλος να τα πίνει μόνος, κάποιος άλλος να σιγοτραγουδά, άλλος ν'αναπολεί στιγμές, άλλος να τις ζεί, άλλος να τις ψάχνει, άλλος να στέκει απορρημένος, άλλος ν'ακούει τον σταθμό εκείνον που τόσο πολύ του άρεσε στο αυτοκίνητο, κάποιος άλλος να κοιτά το τηλέφωνο μήπως και δεν το άκουσε να χτυπά, άλλος να διαβάζει παλιά και νέα σχέδια που φτιάχνουν γράμματα, άλλος να νιώθει χάλια ενώ άλλος να πετά στον αέρα, κάποιος άλλος να σιωπά , άλλος να περιμένει, άλλος να ταξιδεύει, άλλος να βλέπει μπροστά του το Φισκάρδο, κάποιος άλλος την Σύμη, άλλος ολόκληρο το Αιγαίο, άλλος να περνά απο μέρη που αγάπησε...
...άλλος να σταματά το γράψιμο να κλείνει τα μάτια να ταξιδεύει με την μουσική να συζητά με τον Εαυτό του ενώ στο βάθος ένα κόκκινο...
Και βρίσκεσαι σε σημείο που δεν μπορείς να μιλήσεις και ψάχνεις, σε μέγιστη ταχύτητα, να βρείς τι θα πείς και ο άλλος ακούει κάποιον να ψελλίζει και του δίνεις την εντύπωση πως δεν ξέρεις ποιος είσαι και αρχίζεις να φουντώνεις και αναρωτιέσαι τι έγινε μέσα σε λίγα δεπτερόλεπτα και αυτός να ρίχνει ερωτήσεις και τις θεωρείς άσκοπες, χαζές και άκαιρες και ψάχνεις να βρείς το γιατί και νιώθεις να σε κοιτούν οι πάντες και να σ’ακούν και οι τοίχοι και προσπαθείς να καλύψεις τα λόγια σου και εκείνα να γίνονται πιο τρανταχτά μπροστά στην αίσθηση ενοχής και οι εξηγήσεις που θές να δώσεις να μένουν μέσα σου και ο επεξεργαστής να δουλεύει στο 100% της μνήμης σου και η θερμοκρασία να φθάνει στα ύψη ενώ έξω είναι υπό το μηδέν και και και... και λές “αχ βρε Ελενίτσα...”
Έτσι νιώθεις σε άξαφνο τηλεφώνημα που δέχεσαι στις 13:43
26.1.11
Ανοίγοντας την σελίδα μου, ένας στίχος μου ήρθε στο νού. "Τι παράξενη κοπέλα είσαι συ τι μεράκια έχεις και σε βασανίζουν..."
Τι κοιτάς ? Την φωτιά...
...βλέπω εικόνες μέσα της. Βλέπω φλόγες μ'ευγένεια θα'λεγα να πετάγονται απο παντου. Κάποιες κρύβονται πίσω απο ένα κουτσουρο και κάπου κάπου εμφανίζονται στην σκηνή γελαστές, κάποιες άλλες σαν σε χορό πηδούν απο απ'το ενα ξύλο στο άλλο και κάποιες στέκουν στα πάνω πατώματα όλων, δείχνοντας με καμάρι την κορμοστασιά τους. Πλέκεις ιστορίες στην στιγμή.
Προσπαθώ να καταλάβω τι διαβάζω μα δεν βγάζω νόημα. Συχνά νιώθω ότι βγάζω απ'την βολή της εκείνη την παράξενη κοπέλα. Συχνά νιώθω ότι παρεμβαίνω στην ήσυχη ζωή της. ...κι εκείνες τις στιγμές θυμάμαι τις αγκαλιές που της κρεμούσα σε κάθε σημείο του σπιτιού για να τις βρίσκει σε κάθε της βήμα... Κι εκείνες τις στιγμές προσπαθώ να βρώ τον ουρανό της για να σταθώ αστέρι δίπλα της... μαγικός, μοναδικός...
Η φωτιά συνεχίζει να καίει και να δίνει αυτο το αμυδρό φώς στο σκοτάδι ... θαρείς και μας ζηλεύει...