31.10.12

Δειλά


Είδα στην άκρη του δρόμου,
στο κράσπεδο να κάθεται,
πρωί
και να στάζει το πρόσωπό του...
Είδα έπειτα εκείνη δειλά να κάθεται,
να τον ακουμπά
και να του φιλά το πρόσωπο.
Σαν να φέγγισε.
Τα μάτια του ανοίξανε και ποτάμια ξεχύθηκαν εμπρός της
ώσπου του πήρε το χέρι,
δειλά το ακούμπησε στο στέρνο της
και κάτι του ψιθύρισε.
Αγαλίασε, θαρρείς.
Σηκώθηκε απλώνοντας τα χέρια του σ’εκείνη.
Την κράτησε για λίγο σ’απόσταση
και έπειτα την πήρε στην αγκαλιά του.
Αξαφνα χάθηκαν απ’τα δικά μου μάτια οι παρουσίες
και είδα εκείνον στο κράσπεδο να κάθεται,
πρωί
και να στάζει το πρόσωπό του...
Δίπλα του,
δειλά πλησίαζε μια κοπέλα...

Το είδα να εξελίσσεται.
Πρωί.
Πλάι μου.
...στο κράσπεδο του δρόμου.