Οι ώρες σαν πουλιά πετούν’ οι μέρες ακολουθούν είς βάρος των θέλων μου.
_Κυλούν νερά απάνω τους απ’το άνω κατάστρωμα της γής_
Άλλοτε βλασταίνουν φύτρες κι άλλοτε σαπίζουν όρνεα της πόλης.
Σήμερα στην μέρα σταμάτησε η τροφοδοσία του φωτός κι έτσι, πέρα του γρήγορου πια ερχομού της νύχτας, υπήρχε και η μόνιμη συννεφιά πάνω απο το κορμί μου. Για σήμερα η σκιές χαθήκαν και την θέση τους πήραν όρνεα που τρώγαν στο πέρασμά τους κομμάτια απο δηλητηριασμένες γλώσσες.
Ασανσέρ αναμοχλεύει μέσα μου τα σωθικά για να μένουν ζωντανά στις τυχόν επιθέσεις των αρπακτικών. Και το κόλπο πιάνει. Με κουράζει αλλά δεν πρόκειται να με φάνε. Άλλωστε δεν χωνεύομαι και εύκολα.
Αχώνευτος, εν ολίγοις...
“Άσβηστος” παραμένω, με την ματιά σου στο πρόσωπό μου...
Οι μέρες προτάσσουν άθελά τους μια παλιά τρόϊκα που χάριζε, δεν λυσσομανούσε
Θεοδωράκης, Παπαδόπουλος, Σιδηρόπουλος
Θεοδωράκης, Παπαδόπουλος, Σιδηρόπουλος
...γιατί όσα χρόνια και αν περάσουν αυτές οι αξίες παραμένουν ίδιες
Τελικά σ'αυτόν τον τόπο υπάρχει κάτι σταθερό.
"Η μονή"
Παραμονή και Επιμονή στην Αναμονή...
"Η μονή"
Παραμονή και Επιμονή στην Αναμονή...