26.1.09

...κάθησα δέκα λεπτά στον καναπέ δίπλα στο τζάκι
...αμίλητος
Το βλέμμα μου δεν ξέφυγε απο 'κει μέσα.
Δεν θυμάμαι να περνάν τα χρόνια απο μπροστά μου όσο είχα αφαιρεθεί στην φωτιά που σιγόκαιγε τα κούτσουρα.
Ένα κενό υπήρχε ή χιλιάδες εκατόμμύρια σκέψεις που στο μπέρδεμά τους πάνω δεν έβγαζαν νόημα ?
Η φωτιά, στο έργο της... έκαιγε.
Της είχε δώσει σπίθα εκείνη... την κοιτούσε σιωπηλή και σχεδόν αμήχανα σκάλιζε τα κομμάτια της...!
...της φωτιάς...
...της ψυχής της.

Τα τελευταία δέκα λεπτά...

Ένα περίεργο αντίο.
Η πόρτα κλείνει.
Κοντοστέκω για λίγο στο σκοτάδι.
...συναισθήματα.
Μια ζωή μαζί...
Μια ζωή νέα...
Υπόσχεται πολλές πανέμορφες στιγμές.
Το υπόσχομαι κι εγώ.

Ξεκίνησα αφήνοντας πίσω τα παλιά, και στο αυτοκίνητο σαν μπήκα, φάνηκε σαν ταξίδι η πορεία.
Ταξίδι μακρινό... όμορφο.
Σχεδόν σαράντα χρόνια πέρασαν και είναι το πρώτο μου ταξίδι...
Απο τα κλειστά τζάμια του αμαξιού κοιτούσα τον ουρανό. Μεγάλος και φωτεινός.
Πόσα αστέρια τελικά μπορείς να δείς μακριά απο το φώς της πόλης ?
Κινούμε αργά. Συντροφιά έχω έσενα και την σκέψη σου.
Κοιτάζω στην διπλανό κάθισμα. Σε βλέπω να μου πετάς χιόνι με αυτή την φατσούλα που γκρινιάζει και να γεμίζεις και το αμάξι... πάρε αυτή, αυτή, πάρε και την άλλη.

Έφθασα στην όμορφη βραδυνή θάλασσα, δίχως να το καταλάβω.
Έφθασα...
Δεν έχω παρά να βάλω τα τελευταία κομμάτια μου μέσα και να περιμένω να σ'ακούσω.
Απόψε η βραδυά έχει κάτι διαφορετικό.
Ένα άλλο άρωμα...
Έχει κρύο μά θα την ζεστάνω σιγά σιγά.
Ανάβω τα φώτα και ξεκινώ...

Δεν νιώθω μόνος...